21 Ιουλ 2012

Θαλάσσια πειρατεία:Μια διεθνής ασύμμετρη απειλή που δεν έχει αντιμετωπιστεί

Άρθρο του ευρωβουλευτή
Γιώργου Κουμουτσάκου
στο περιοδικό “Foreign Affairs” (τεύχ. Ιουλίου 2012)


Η επανεμφάνιση της θαλάσσιας πειρατείας στον 21ο αιώνα έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία και αντίδραση – αναποτελεσματική έως τώρα – της διεθνούς κοινότητας. Από το 2005 και μέσα σε λίγα χρόνια το πειρατικό φαινόμενο εξελίχθηκε από μεμονωμένες ανοργάνωτες επιθέσεις σε οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα ευρείας κλίμακας. Αποτελεί πλέον μια σοβαρή διεθνή απειλή με κύρια χαρακτηριστικά της τη διευρυνόμενη και βίαιη δράση πειρατικών ομάδων, που χρησιμοποιούν όλο και πιο εξελιγμένα όπλα, ευέλικτες επιχειρησιακές τακτικές και αποτελεσματικές μεθόδους. Πρόκειται για πραγματική μάστιγα που πλήττει τη διεθνή οικονομία και το εμπόριο, τη ναυτιλία, την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα. Πάνω από όλα όμως, η πειρατεία αποτελεί διαρκή απειλή για τη ζωή και την ασφάλεια χιλιάδων ναυτικών που εργάζονται στα πλοία που διαπλέουν καθημερινά τις υψηλής επικινδυνότητας θαλάσσιες περιοχές, στα ανοιχτά της Σομαλίας και στον Κόλπο του Άντεν.



Η επικέντρωση της προσοχής και της παρουσίας της διεθνούς κοινότητας σε αυτές τις θάλασσες σε συνδυασμό με φαινόμενα «μιμητισμού» έφεραν ως αντίκτυπο τη διασπορά των πειρατικών επιθέσεων ανατολικότερα και νοτιότερα των ακτών της Σομαλίας και του Κόλπου του Άντεν. Η γεωγραφική εξάπλωση της πειρατικής απειλής στην Αραβική Θάλασσα και στην εξαιρετικά εκτεταμένη θαλάσσια περιοχή του Δυτικού Ινδικού Ωκεανού κάνει ακόμα δυσκολότερη την αποστολή των, ούτως ή άλλως περιορισμένων, ναυτικών δυνάμεων που έχουν διατεθεί από κράτη-μέλη της διεθνούς κοινότητας για την αποτροπή και την αντιμετώπιση της πειρατικής απειλής.

Με 10.000 ευρωπαϊκά –μόνον- πλοία να διέρχονται κάθε χρόνο από τις περιοχές υψηλού κινδύνου και με το ετήσιο συνολικό οικονομικό κόστος της πειρατείας να αγγίζει τα 12 δισ. δολάρια, το μέγεθος του προβλήματος γίνεται προφανές. Η πειρατεία έχει εξελιχθεί σε εξαιρετικά επικερδή εγκληματική «επιχείρηση υψηλού οφέλους και χαμηλού κινδύνου» για τους δράστες, καθιστώντας την πειρατεία ελκυστική για όλο και περισσότερους - νέους κυρίως - Σομαλούς. Ο αριθμός εκείνων που σταθερά εμπλέκονται σε όλο το φάσμα της πειρατικής δράσης ανέρχεται σήμερα σε περίπου 1.500 άτομα. Οι άμεσες συνέπειες και οι ευρύτερες επιπτώσεις της εγκληματικής δράσης των πειρατών είναι εξαιρετικά δυσανάλογες με τον περιορισμένο αριθμό τους, καθιστώντας τη θαλάσσια πειρατεία μία επικίνδυνη ασύμμετρη απειλή διεθνούς εμβέλειας, τα πραγματικά αίτια της οποίας πρέπει να αναζητηθούν στην ξηρά.

Η εξαιρετικά προβληματική οικονομική κατάσταση του πληθυσμού της Σομαλίας που αγγίζει την εξαθλίωση, η απουσία κάθε μορφής αστυνόμευσης στα χωρικά της ύδατα με αποτέλεσμα την εναπόθεση επικίνδυνων τοξικών αποβλήτων και την ανεξέλεγκτη αλίευση της θαλάσσιας περιοχής της, η συνεχιζόμενη πολιτική αστάθεια και η απουσία βασικών υποδομών δίνουν το περίγραμμα και δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Μάλιστα, η κατάσταση στο Κέρας της Αφρικής και τη Σομαλία επιδεινώθηκε σημαντικά από τον πρόσφατο λιμό, ο οποίος έπληξε πάνω από 12 εκ. ανθρώπους, προκαλώντας το θάνατο πολλών παιδιών, αλλά και μεγάλο κύμα προσφύγων προς τις γειτονικές χώρες, Κένυα και Αιθιοπία.

Όλα αυτά καθιστούν το φαινόμενο της θαλάσσιας πειρατείας ιδιαίτερα σύνθετο έτσι ώστε μόνον μια σφαιρική, καλά συντονισμένη και πολλών επιπέδων διεθνής δράση μπορεί να οδηγήσει στην αποτελεσματική αντιμετώπισή του. Προϋπόθεση όλων αυτών είναι η ισχυρή πολιτική βούληση της διεθνούς κοινότητας που, όμως, ακόμα αναζητείται.

Η πρώτη προτεραιότητα.
Η ανθρωπιστική διάσταση της πειρατείας.

Τον Ιανουάριο του 2011, στο πλοίο "BELUGA NOMINATION" καταρρίφθηκε η έως εκείνην τη στιγμή επικρατούσα πεποίθηση ότι οι Σομαλοί πειρατές αποφεύγουν να θίξουν την ασφάλεια του πληρώματος των καταλαμβανομένων πλοίων, ενδιαφερόμενοι μόνο για τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική αποδοτικότητα της επίθεσης. Τα στοιχεία του Διεθνούς Ναυτιλιακού Γραφείου (International Maritime Bureau - IMB) το επιβεβαιώνουν: από τις 439 πειρατικές επιθέσεις που εκδηλώθηκαν το 2011, 802 ναυτικοί κρατήθηκαν όμηροι, 10 απήχθησαν και 8 θανατώθηκαν. Στις αρχές του 2012, τουλάχιστον 200 ναυτικοί, ήταν όμηροι Σομαλών πειρατών, ζώντας επί μήνες σε άθλιες συνθήκες, υφιστάμενοι σωματική και ψυχολογική βία, περιμένοντας υπό το κράτος τρόμου για τη ζωή τους την πληρωμή των λύτρων που απαιτούσαν οι βίαιοι φύλακές τους. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι οικογένειες, οι συγγενείς και οι φίλοι τους βίωναν τη δική τους δραματική αγωνία, ανήμποροι να τους παράσχουν και την παραμικρή έστω βοήθεια. Ακόμα και αν δεν υπήρχαν όλες οι άλλες επιπτώσεις της πειρατείας, η ανθρωπιστική και μόνο διάστασή της θα επέβαλε την άμεση ανάληψη αποφασιστικής δράσης.

Η κατάλληλη εκπαίδευση και ενημέρωση των πληρωμάτων, και η πιστή τήρηση των Βέλτιστων Πρακτικών Διαχείρισης του ΙΜΟ (Best Management Practices 4 - BMP4) αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την "αναχαίτιση" των επιθέσεων. Είναι παρήγορο ότι σήμερα, όλο και περισσότερα πλοία συμμορφώνονται και τηρούν πιστά τον οδηγό αυτό.

Η εμπειρία όμως έχει δείξει ότι αυτό δεν είναι αρκετό. Έτσι πολλοί πλοιοκτήτες κατευθύνθηκαν στην υποστήριξη του μέτρου της επιβίβασης ιδιωτικών ενόπλων φρουρών στα εμπορικά πλοία. Η όλο και ευρύτερη εφαρμογή της πρακτικής αυτής - που σημειωτέον δεν στερείται προβλημάτων και παρενεργειών - φαίνεται ότι έχει συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της πειρατικής απειλής. Πρόσφατα το μέτρο υιοθετήθηκε και από την Ελλάδα με την ψήφιση του σχετικού νόμου που επιτρέπει τη μίσθωση προσοντούχων ιδιωτών ένοπλων φρουρών σε πλοία ελληνικής σημαίας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (International Maritime Organisation - IMO).

Όμως, αυτό το μέτρο αυτοπροστασίας των πλοίων δεν αποτελεί πανάκεια. Είναι μια αποσπασματική λύση ανάγκης που δε μπορεί να υποκαταστήσει την κατά γενική ομολογία απαραίτητη σφαιρική και συνεκτική πολιτική οριστικής αντιμετώπισης της πειρατικής απειλής. Στο πλαίσιο αυτό η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα προωθεί την πρόταση χρησιμοποίησης ένοπλων στρατιωτικών μονάδων, οι οποίες κάτω από την «ομπρέλα» του ΟΗΕ, θα έχουν εξουσιοδότηση επιβίβασης στα πλοία κατά την διέλευσή τους από τις περιοχές υψηλού κινδύνου εκδήλωσης πειρατικών επιθέσεων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η άμεση, πλήρης ενημέρωση και η ακριβής περιγραφή όλων των στοιχείων και χαρακτηριστικών των πειρατικών επιθέσεων, ώστε να υπάρχει καλύτερη πληροφόρηση, αποδοτικότερος συντονισμός και σχεδιασμός αντίδρασής των διαφόρων εμπλεκομένων οργανισμών και συνεπώς, αποτελεσματικότερη προστασία των πληρωμάτων. Για τον σκοπό αυτό το Διεθνές Ναυτιλιακό Γραφείο (International Maritime Bureau - IMB) με μεγάλη συνέπεια καταγράφει σε τριμηνιαία και ετήσια βάση όλα τα διαθέσιμα δεδομένα και χαρακτηριστικά των πειρατικών επιθέσεων.

Είναι περιττό να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις ομηρίας πληρωμάτων, οι πλοιοκτήτριες εταιρείες έχουν εκ των πραγμάτων κομβικό ρόλο για την απελευθέρωση των ναυτικών. Είναι μια εξαιρετικά απαιτητική και δύσκολη διαδικασία συνεχών και επίπονων διαπραγματεύσεων. Πολύ σημαντική είναι και η παροχή στήριξης στα πληρώματα των πλοίων που διέρχονται από περιοχές υψηλού κινδύνου, καθώς και στις οικογένειές τους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ομηρεία.

Το νομικό πλαίσιο για την ποινική καταστολή της θαλάσσιας πειρατείας.
Οι αδυναμίες του και η ελλιπής εφαρμογή του.

Η ταχεία εξάπλωση, κλιμάκωση και η γενικότερη εξέλιξη του πειρατικού φαινομένου αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα που αποδείχθηκε απροετοίμαστη να διαχειρισθεί επιτυχώς τόσο την αμιγώς επιχειρησιακή πλευρά όσο και τις πολλαπλές νομικές περιπλοκές που επέφερε η ανάδυση της σοβαρής αυτής απειλής. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει το γενικό διεθνές νομικό πλαίσιο για συντονισμένη αντίδραση ενάντια στην πειρατεία. Το παρέχει η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea - UNCLOS) που μεταξύ άλλων προβλέπει την υποχρέωση της διεθνούς κοινότητας να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και ασφαλή ναυσιπλοΐα στα διεθνή ύδατα. Γι’ αυτό και είναι επιτακτική η ανάγκη κύρωσης της θεμελιώδους αυτής διεθνούς σύμβασης από τις ελάχιστες εναπομείνασες χώρες που δεν το έχουν ακόμη πράξει, καθώς και η μεταφορά όλων των διατάξεών της στο εσωτερικό τους δίκαιο. Πέραν της διεθνούς ευταξίας στον αχανή χώρο των διεθνών θαλασσών, η γενική εφαρμογή και ο σεβασμός της UNCLOS θα συνέβαλε καίρια στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της ατιμωρησίας των πειρατών.

Πέραν αυτού όμως, γεγονός είναι ότι τα νέα χαρακτηριστικά της θαλάσσιας πειρατείας ανέδειξαν την αδυναμία έγκαιρης προσαρμογής του υπάρχοντος διεθνούς νομικού πλαισίου στη νέα επικίνδυνη και απειλητική πραγματικότητα. Η διάπραξη αδικήματος στη θάλασσα σε συνεργασία με ομάδες στη στεριά, αυξάνει τη δυσκολία συλλογής επαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Η επ’ αυτοφώρω σύλληψη των πειρατών είναι πολύ συχνά αδύνατη ενώ δύσκολο ζήτημα παραμένει η προσέλευση μαρτύρων κατά τη διάρκεια της δίκης εκείνων που τελικώς συλλαμβάνονται. Ένα ακόμη θέμα που πρέπει να διευκρινιστεί είναι ο τόπος έκτισης της ποινής των καταδικασθέντων.

Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι επιθέσεις πραγματοποιούνται από άτομα που προέρχονται από κράτος που βρίσκεται εδώ και χρόνια σε παραλυτική ακυβερνησία και αδυναμία λειτουργίας βασικών θεσμών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν συλληφθούν οι ύποπτοι, τελικώς πολλοί από αυτούς αφήνονται ελεύθεροι γιατί αφενός οι δικαστικές αρχές του κράτους υπολειτουργούν, αφετέρου λείπει η απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Μερική μόνον λύση έχει δοθεί με την σύναψη συμφωνιών μεταγωγής μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών όπως με την Κένυα, τις Σεϋχέλλες και το Μαυρίκιο, αλλά και διμερών συμφωνιών επαναπατρισμού καταδικασμένων πειρατών μεταξύ Σεϋχελλών και Πουντλάνδης – Σομαλιλάνδης. Είναι γεγονός όμως ότι μόνο μια σταθερή και μόνιμη λύση στο πρόβλημα του εντοπισμού, της δίωξης, της επιβολής και εφαρμογής των επιβληθεισομένων ποινών θα μπορέσει να αποθαρρύνει και να αποτρέψει αποτελεσματικά τους επίδοξους πειρατές.

Διασυνδέονται πειρατεία και διεθνής τρομοκρατία;
Η ανάγκη εντοπισμού των ροών του χρήματος.

Αναφέρθηκε ήδη ότι οι πειρατικές επιθέσεις έχουν μετατραπεί σε εξαιρετικά επικερδή εγκληματική «επιχείρηση υψηλού οφέλους και χαμηλού κινδύνου» για τους πειρατές. Το ποσό των χρημάτων που απαιτούν οι πειρατές ως λύτρα ακολουθεί τα τελευταία χρόνια θεαματικά ανοδική πορεία, αυξάνοντας την ανησυχία για το ποιοι είναι οι τελικοί αποδέκτες και για το ποια είναι τα δίκτυα που εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση αυτών των πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών. Το 2008 τα χρήματα που απαιτούνταν ως λύτρα ήταν μεταξύ 690 χιλ. δολ. και 3 εκ. δολ. ενώ το 2010 άγγιξαν τα 9 εκ. δολ.. Ωστόσο, το τελικό ποσό που καταβάλλεται, σκοπίμως δεν αποκαλύπτεται πάντα από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, με αποτέλεσμα οι εκτιμήσεις να έχουν σημαντικό εύρος διακύμανσης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι μεγάλο μέρος των καταβαλλόμενων λύτρων αναχρηματοδοτούν τις πειρατικές επιθέσεις με την αγορά νέου, πιο σύγχρονου εξοπλισμού. Σύμφωνα με σχετική έρευνα των Ηνωμένων Εθνών το 2008, το 30% περίπου προορίζεται για την πληρωμή εκείνων που συμμετέχουν στις πειρατικές επιθέσεις και το 10% για τους εμπλεκόμενους στην στεριά. Ένα ακόμα 10% δίνεται για την δωροδοκία φορέων της τοπικής κοινωνίας και το υπόλοιπο 50% διοχετεύεται στους χρηματοδότες και χορηγούς των επιθέσεων, πολύ συχνά σε τράπεζες του εξωτερικού - συμπεριλαμβανομένων και ευρωπαϊκών.

Η συνεχής ανατροφοδότηση της πειρατείας με οικονομικούς πόρους αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες διατήρησης και παράτασης του φαινομένου. Συνεπώς, η διερεύνηση και ο εντοπισμός των ροών χρήματος και στη συνέχεια η κατάσχεση των χρημάτων που έχουν καταβληθεί ως λύτρα πρέπει να τοποθετηθεί ψηλά στις προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας.

Πέραν αυτών, αναφύεται και το ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα των υπόγειων διαδρομών διασύνδεσης της πειρατείας και της τρομοκρατίας καθώς υπάρχουν σοβαρές υποψίες και εκτιμήσεις ότι μέσω των «κερδών» της πειρατείας χρηματοδοτούνται και άλλες παράνομες δραστηριότητες συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς τρομοκρατίας.

Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση στρατηγικής για την αποκοπή της αναχρηματοδότησης της πειρατείας δυστυχώς δεν έχουν φέρει ακόμη καρπούς. Το γεγονός ότι ο εντοπισμός της ροής του παράνομου προϊόντος της πειρατείας αποτελεί ιδιαίτερα πολύπλοκο και απαιτητικό εγχείρημα, δεν αποτελεί επαρκή ή αποδεκτή δικαιολογία για την ελλειμματική πολιτική βούληση, που δυστυχώς συχνά παρατηρείται. Είναι επιτακτική ανάγκη να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες των κυβερνήσεων των ενδιαφερομένων κρατών, σε συνεργασία με την EUROPOL, την INTERPOL και την Ομάδα Επαφής.

Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας και η συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση της πειρατικής απειλής.

Η διεθνής κοινότητα δεν θα μπορούσε να παραμείνει απαθής σε ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα. Ήδη από το 2005 ο IMO εξέδωσε απόφαση που κάνει λόγο για "πειρατεία ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας", θέτοντας τη βάση για τη διεθνοποίηση του πειρατικού προβλήματος. Το ψήφισμα 1851 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σηματοδότησε τις μετέπειτα εξελίξεις ζητώντας από τα κράτη που επιχειρούν στην περιοχή να συνεργάζονται με τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας.

Παράλληλα, το ΝΑΤΟ ύστερα από σχετικό αίτημα των Ηνωμένων Εθνών παρείχε συνοδεία σε πλοία του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος (World Food Programme - WFP) που διαπλέουν επικίνδυνες θάλασσες. Στη συνέχεια, συστάθηκε η Ομάδα Επαφής για την Πειρατεία ανοιχτά των Ακτών της Σομαλίας (Contact Group on Piracy Off the Coast of Somalia - CGPCS) συμβάλλοντας στον επιχειρησιακό συντονισμό και την υποστήριξη των υποδομών ασφαλείας των περιφερειακών κρατών, στην ποινική καταστολής της πειρατείας και στην αυτοπροστασία των εμπορικών πλοίων. Σημαντική είναι επίσης η αρωγή της Αποστολής της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία (ANISOM) στη διαδικασία σταθεροποίησης της χώρας και στην διευκόλυνση των ανθρωπιστικών δράσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, είναι αυτή που πρωτοστατεί στις διεθνείς προσπάθειες για την καταπολέμηση της απειλής της πειρατείας με σημαντικές πρωτοβουλίες. Βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι η σφαιρικότητα και το πολυδιάστατο των δράσεων που έχουν αναληφθεί σε επιχειρησιακό, οικονομικό-αναπτυξιακό και πολιτικό επίπεδο.

Στο επιχειρησιακό πεδίο, το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ αποφάσισε πρόσφατα όχι μόνο να παρατείνει έως το Δεκέμβριο του 2014 το χρονικό ορίζοντα της ευρωπαϊκής επιχείρησης EU/NAVFOR/ATALANTA, αλλά και να διευρύνει, όταν κρίνεται απαραίτητο, το πεδίο δράσης της συμπεριλαμβάνοντας τις ακτές της Σομαλίας. Ενισχύθηκαν επίσης οι κανόνες εμπλοκής των δυνάμεων που συμμετέχουν στην αποστολή. Kατ' εφαρμογήν της νέας αυτής, πιο αποφασιστικής πολιτικής, ο Διοικητής της επιχείρησης ανακοίνωσε στις 15 Μαΐου ότι ευρωπαϊκά μαχητικά αεροπλάνα και ελικόπτερα της ATALANTA έπληξαν με στοχευμένα χτυπήματα παράκτιες βάσεις Σομαλών πειρατών.

Τη δράση της επιχείρησης της ATALANTA συμπληρώνει η αποστολή «EUCAP Nestor», η οποία δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Κύριο στόχο έχει την εκπαίδευση Σομαλών, που θα ενταχθούν στις Σομαλικές Δυνάμεις Ασφαλείας, και των δικαστών σε 8 χώρες του Κέρατος της Αφρικής και του δυτικού Ινδικού Ωκεανού.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί το μεγαλύτερο χορηγό αναπτυξιακής βοήθειας στη Σομαλία, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάκαμψη της περιοχής. Ειδικά για την περίοδο 2008-2013, έχουν δεσμευτεί € 415 εκ., που διατίθενται για την επίτευξη αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης και την καταπολέμηση της φτώχειας, καθώς επίσης και για την χρηματοδότηση προγραμμάτων που αποσκοπούν στην αναβάθμιση της διακυβέρνησης, της παιδείας, της υγείας και του περιβάλλοντος.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από την πλευρά του, έχει επανειλημμένα εκφράσει την βούληση και δέσμευσή του να επιμείνει στην ανάγκη οριστικής εξάλειψης της πειρατείας ασκώντας σταθερή πολιτική πίεση στο Συμβούλιο Υπουργών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επίσης συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τη σοβαρότητα αυτής της μάστιγας. Πρόσφατα, μετά από ελληνική πρωτοβουλία, η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υιοθέτησε ψήφισμα με την ευρεία στήριξη ευρωβουλευτών από όλες τις πολιτικές ομάδες ζητώντας, μεταξύ άλλων: - την καθιέρωση συνολικής και αποτελεσματικής στρατηγικής για την εξάλειψη του φαινομένου από τις ρίζες του, - τον εντοπισμό της ροής του παράνομου χρήματος, - τη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών μέτρων για τον εντοπισμό των υπόπτων και την δίωξη και τιμωρία των εμπλεκομένων σε πειρατικές επιθέσεις,- την κύρωση από τρίτες χώρες της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας καθώς και την μεταφορά όλων των διατάξεών της στο εσωτερικό τους δίκαιο και, τέλος, την καταβολή ιδιαίτερης προσοχής στην ανθρωπιστική διάσταση της πειρατικής απειλής.

Στο πεδίο των δράσεων για τη μεγαλύτερη δυνατή ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (International Maritime Organisation - IMO) που εκ των πραγμάτων έχει κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες καταπολέμησης της πειρατείας, ανακήρυξε το 2010 ως "Έτος αφιερωμένο στον Ναυτικό", ενώ η Παγκόσμια Ημέρα της Θάλασσας 2011 ήταν αφιερωμένη στον αγώνα κατά της πειρατείας.

Μιλώντας για τη διεθνή επιχειρησιακή δράση καταπολέμησης της πειρατείας δεν μπορούμε παρά να υπογραμμίσουμε ότι το υψηλό κόστος παραμονής και διατήρησης της επιχειρησιακής ετοιμότητας των πλοίων που συμμετέχουν στις αντιπειρατικές αποστολές συνιστά, σε συνθήκες γενικευμένων οικονομικών δυσχερειών, σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα στην απαιτούμενη ισχυρή παρουσία της διεθνούς κοινότητας στην ευρύτατη θαλάσσια περιοχή εκδήλωσης των πειρατικών επιθέσεων. Όμως, η αναμφισβήτητα δυσχερής οικονομική συγκυρία δεν πρέπει να εξασθενίσει σε τέτοιο βαθμό την παρουσία και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ναυτικών δυνάμεων ώστε να υποθηκευθούν τα έως τώρα επιτευχθέντα αποτελέσματα, επιτρέποντας έτσι την «αντεπίθεση» των πειρατών και την επαναφορά της κατάστασης στα προ ολίγων ετών απαράδεκτα επίπεδα.

Ο ρόλος της Ελλάδας. Από τη δράση στην απόσυρση.

Η Ελλάδα συμμετείχε εξαρχής στην επιχείρηση ATALANTA. Η δράση της συγκέντρωσε τη γενική αποδοχή για τον υψηλό επαγγελματισμό και την επιχειρησιακή αρτιότητα του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Μάλιστα ο πρώτος τακτικός διοικητής της ήταν Έλληνας αρχιπλοίαρχος. Ορθώς αποφασίστηκε το 2008 ότι η Ελλάδα με το ισχυρό της πολεμικό ναυτικό και την εξέχουσα θέση της στην παγκόσμια ναυτιλία θα έπρεπε να δώσει ένα αποφασιστικό παρόν σε αυτήν την επιχείρηση που αποτελούσε την πρώτη αυτού του είδους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Πέραν όλων των άλλων, η ενεργός συμμετοχή της χώρας αναβάθμιζε τον περιφερειακό της ρόλο και την ουσιαστική συμβολή της στη χάραξη και εφαρμογή της Κοινής Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, προασπίζοντας ταυτόχρονα τα ζωτικά συμφέροντα του πιο δυναμικού και εύρωστου κλάδου της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον διεύρυνε και ενίσχυε το πεδίο διεθνούς και διμερούς συνεργασίας της Ελλάδας με Οργανισμούς και χώρες ιδιαίτερης επιρροής και βαρύτητας στο διεθνές γίγνεσθαι όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, ο ΙΜΟ, η Αφρικανική Ένωση, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία.

Δυστυχώς όμως μετά από τέσσερα χρόνια ενεργού και κατά γενική ομολογία, ιδιαίτερα επιτυχούς συμμετοχής στην ATALANTA, τον Αύγουστο του 2011 το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπό την πίεση της μεγάλης οικονομικής κρίσης μου αντιμετωπίζει η χώρα και των απαραίτητων δημοσιονομικών περικοπών, αποφάσισε το δραστικό περιορισμό της ελληνικής παρουσίας στην επιχείρηση.
Έτσι, τον περασμένο Μάρτιο η φρεγάτα «Ύδρα» ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής, επισφραγίζοντας την απόσυρση της Ελλάδας από μια σημαντική διεθνή επιχείρηση αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας, προάσπισης του διεθνούς εμπορίου και προστασίας της παγκόσμιας και, βέβαια, της ελληνικής ναυτιλίας.

Το ερώτημα είναι: δεν υπήρχε δυνατότητα περικοπής άλλων δαπανών; Εξετάσθηκαν με τη δέουσα προσοχή όλες οι άλλες εναλλακτικές λύσεις; Πόσο αξιολογείται η σημασία της διεθνούς παρουσίας και του ρόλου της χώρας;

Αντί επιλόγου…

Είναι αλήθεια ότι οι δράσεις τις διεθνούς κοινότητας, η καλύτερη ενημέρωση, εκπαίδευση και ετοιμότητα των πληρωμάτων, των αρχών και των πλοιοκτητριών εταιρειών, ο αποτελεσματικότερος αποτρεπτικός εξοπλισμός των πλοίων και η διευρυνόμενη εφαρμογή του μέτρου της επιβίβασης ιδιωτικών ενόπλων φρουρών στα πλοία έχουν αξιοσημείωτα ελαττώσει το μέγεθος του προβλήματος της πειρατικής ασύμμετρης απειλής. Έτσι το 2010, από τις 219 συνολικά απόπειρες και επιθέσεις, σε κατάληψη πλοίων κατέληξαν οι 49. Το 2011, η κατάσταση εμφανίζει επίσης βελτίωση, καθώς από τα 237 πλοία που δέχθηκαν επίθεση καταλήφθηκαν τα 28. Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μια αναμφισβήτητα θετική πορεία και ελπιδοφόρα εξέλιξη. Θα ήταν όμως σοβαρά λανθασμένη η εκτίμηση ότι το πρόβλημα έχει τεθεί υπό έλεγχο. Ήδη τα στοιχεία του πρώτου τετραμήνου του 2012 υποδηλώνουν ότι η πειρατική δραστηριότητα, ειδικά μετά την περίοδο των μουσώνων, παρουσιάζει νέα μεγάλη έξαρση, παρά το ότι οι «επιτυχημένες» επιθέσεις και καταλήψεις πλοίων έχουν μειωθεί.

Η φύση του πειρατικού προβλήματος είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την εξάλειψή του σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μονοδιάστατες και αποσπασματικές δράσεις και λύσεις δεν αρκούν. Απαιτείται συνεχής εγρήγορση και ένταση προσπαθειών σε όλα τα επίπεδα και τις πτυχές που συνθέτουν την πολύπλοκη αυτή απειλή η οποία πλήττει πολλαπλώς τη διεθνή οικονομία, το διεθνές εμπόριο, τη παγκόσμια ναυτιλία και πάνω απ’ όλα, χιλιάδες ναυτικούς και τις οικογένειές τους θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο την ασφάλεια και τη ζωή τους. Τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, τα Ηνωμένα Έθνη, το ΝΑΤΟ, η Αφρικανική Ένωση και όλοι όσοι συμβάλλουν σε αυτήν την προσπάθεια οφείλουν να προωθήσουν ολοκληρωμένες, καλά συντονισμένες, στοχευμένες και -επιτέλους- πιο αποτελεσματικές δράσεις για την επίτευξη του στόχου, που δεν είναι άλλος από την οριστική εκρίζωση της απειλής της θαλάσσιας πειρατείας.