24 Δεκ 2017

Τα κάλαντα του καπετάνιου....

Φωτό ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ
ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, ήρθαμε να σε δούμε,
κι αν έχεις τα «μπουρίνια σου» τα κάλαντα να πούμε.
ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, και σαν καλός που είσαι,
του Κωνσταντή του θερμαστή το ποινολόγιο σβήσε.



ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, πολλά καλά να δούμε,
το τι στο πλοίο γίνεται, ήρθαμε να σου πούμε.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ, και άκουσε τον λόγον,
οι ουρανοί αγάλλονται κι η φάτνη των αλόγων.

Τα ’μαθες τι του κάνανε του Γιώργου του Περδίκη;
στην κάμαρά του κρέμασαν αγγούρια και ραδίκι.
Εις το Σουέζ επούλησε τον κάβο ο Σωτήρης,
μα μένει πάντα άφραγκος, ο δόλιος, και μπατίρης.


Ο Πάνος έδωσε βουτιά κι έπιασε έναν «πάτο».
μες στου Ζορμπά το καμπαρέ με κοπελιές γεμάτο.

ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, κι αν είναι ορισμός σου,
όλοι μαζί να κλάψουμε τον δόλιο χωρισμό σου,
η Ρίτα που σου έφυγε προχθές απ’ την καμπίνα,
επήγε και κοιμήθηκε μαζί με τον Μαικήνα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ πλοίαρχε, το ράδιο κουζίνα,
σήμα καινούργιο έλαβε, για σε απ’ την Αθήνα,
για πλήρωμα στο Ρόττερνταμ τρεις μαύροι θα σου ’ρθούνε,
και τα δικά τους κάλαντα με κέφι θα τα πούνε.

Απ’ τη Μομπάσα έρχονται και άλλοι πέντε-δέκα,
και ύπαρχο σου στέλνουνε τον γιό του Βελη-Γκέκα.
Απ’ τις Ινδίες έρχονται και Αφρική επίσης,
κι απ’ το κακό σου πλοίαρχε και ’συ θε να μαυρίσεις.

Οι ουρανοί αγάλλονται, φουρτούνα πιάνει αιφνίδια,
κι όπως θα είδες σμίξανε του Κωνσταντή τα φρύδια.
ΑΠ’ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ σου έρχονται, και άντε να τα πιάσεις,
τα «δώρα» που σου στέλνουνε για ρύπανση θαλάσσης.

Γιατί ο «πρώτος» άδειασε αντί για τι σεντίνες,
το μπόνκερ όπου έκρυβε εδώ και πέντε μήνες.

Προχθές που μάς τελείωσε το λάδι το παρθένο,
θυμάσαι που φωνάζαμε-«αχ! η κοιλιά, πεθαίνω;»
Θα σου το ’πούμε σήμερα το τι συνέβη τότε,
π’ ο μάγειρας μας έλεγε-«φασόλια για δεν τρώτε;»

Τo λάδι τού τελείωσε, δεν είχε τι να βάλει,
μα αίφνης μες στη σκέψη του, σαπούνι ξεπροβάλλει.
«Το εύρηκα-το εύρηκα», αρχίζει να φωνάζει,
κι ένα κιλό του σαπουνιού μες στα φασόλια βάζει.

Γιατί, σου λέει και αυτό, γίνετ’ από το λάδι,
μα ’μείς συνέχεια τρέχαμε Παρασκευή το βράδυ.

Άλλος κρατούσε την κοιλιά ή έλυνε ζωνάρια,
ο καπτα-Πάνος μπέρδευε στους κάβους τα φανάρια,
και σ’ όλους έπιασε βαριά φουρτούνα στα μπατζάκια,
κι ο μαστρο-Νίκος έστριβε με νεύρα τα μουστάκια.

Στη Μασσαλία φθάνοντας, άλλες θα σου τα ’πούνε,
και μην τις διώξεις πλοίαρχε όσες στο πλοίο μπούνε.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ, κι η δόξα η υψίστη,
σε συγχωρούμε που προχθές μας άλλαξες την πίστη.
ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, του χρόνου πιο ωραία,
του χρόνου να ’μαστε καλά μαζί με Παπανδρέα.

Αυξήσεις που μας έταξες μα πάλι από τα ίδια,
όπως τα λέει ο Κωνσταντής με τα μεγάλα φρύδια.

ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε και πάλι καλημέρα,
μα πάντα να φυλάγεσαι από τη Φαλκονέρα,
και όλοι σου ευχόμαστε να γίνεις και Ωνάσης,
συγχώρεσε τι σου ’κανε στο Σάντος ο Θανάσης.

ΕΚ ΤΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ έρχονται τρεις ναύτες με τα πιάτα,
με τα καμένα φαγητά και τα κακά μαντάτα.
Το βούτυρο τελείωσε, και έπηξε το γάλα,
του καμαρότου σπάσανε στα μούτρα την κουτάλα.

Σου λέμε πάλι πλοίαρχε, μείναμε δίχως γάλα,
και με την γκρίνια του ο τσηφ σου πήρε την κεφάλα.
Εις το ψυγείο μούχλιασε το πράσινο χορτάρι,
για δες πως καταντήσαμε, ο διάλος να μας πάρει.

Τα τελευταία τα αυγά σου φέρνουμε για δώρα,
και το νερό τελείωσε και τι θα πιούμε τώρα
κι απ’ ότι εκατάλαβες έχουμε μαύρα χάλια,
μα έχουμε στα σίγουρα, ουίσκυ δυο μπουκάλια.

Ο ξάδερφός σου έγραψε και γράμμα στην Τασία,
πώς στα λιμάνια τα περνάς στην Αφρική κι Ασία,
κι όταν γυρίσεις στο χωριό, -γλιτώστε με γειτόνοι,-
και η Τασία τις γροθιές, στα μούτρα σου απλώνει.

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ να ’σαι σπίτι σου, να πάς στην εκκλησία,
και τον εξάψαλμο αυτόν να σου τον ’πει η Τασία,
να σου τον ψάλει με ρυθμό σε νότες Θοδωράκη,
σαν κλαίει η μάνα αποβραδίς στο μνήμα το παιδάκι.

Να κλαίει η μάνα το παιδί, μα και η Παναγία,
τι θέλει μες στα μνήματα Θεέ μου η Αγία;

ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑ πλοίαρχε, λέμε στ’ αρχοντικό σου
και γρήγορα την άγκυρα ρίξε στο σπιτικό σου.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ σήμερον και επί γης ε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.